Η ποιητική της ελληνικής Αριστεράς και της εξορίας

Η ποιητική της ελληνικής Αριστεράς και της εξορίας

«Ποιος συγκροτείται ως Εαυτός και ποιος ως Άλλος»: ένα επίκαιρο ερώτημα στην Ελλάδα της οικονομικής και της πολιτισμικής κρίσης. Σημειώσεις για το βιβλίο της Νένης Πανουργιά, Επικίνδυνοι Πολίτες

Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού

Σε πρόσφατη ομιλία του στην Αθήνα ο Giorgio Agamben έθεσε το ερώτημα κατά πόσο οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι σήμερα «πολιτικές» με την έννοια της ιδιότητας του πολίτη ή αν βιώνουμε μια συνεχώς αυξανόμενη α-πολιτικοποίηση αυτής της ιδιότητας. Τόνισε μάλιστα ότι όσο προχωρά αυτή η διαδικασία της α-πολιτικοποίησης τόσο περισσότερο η κοινωνία μετατρέπεται σε κράτος-ασφάλειας. Γιατί προκειμένου να ασκήσει πλήρη έλεγχο στα μέλη του, το κράτος δεν δρα για να προλάβει μια οποιαδήποτε κρίση. Αντίθετα, την αφήνει να εξελιχτεί (ίσως και να την προκαλεί) ώστε να αντιμετωπίσει τις συνέπειές της στη συνέχεια, με τους δικούς του πάντοτε όρους. Ζούμε ολοένα και περισσότερο σε μια κοινωνία που κύριο μέλημα έχει την ασφάλεια των πολιτών (security state), γεγονός που δημιουργεί μιανεπικινδυνότητα που συνεχώς μεταλλάσσεται, που παίρνει διάφορες μορφές, και αφορά κατά καιρούς άλλα πρόσωπα, άλλες ετερότητες, ανάλογα με τη συγκυρία. Στην Ελλάδα το παλιό «Υπουργείο Ασφάλειας» μετονομάστηκε σε Υπουργείο «Δημόσιας Τάξης» για να γίνει στη συνέχεια «Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη» και να καταλήξει πάλι σε «Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη», χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται: προστασία από ποιον; Από κάποιον αόρατο ή/και κατασκευασμένο εχθρό;

Αυτός ο προβληματισμός, ο πάντοτε επίκαιρος στην Ελλάδα, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1920 και μετά, κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο της Νένης ΠανουργιάΕπικίνδυνοι πολίτες: Η ελληνική Αριστερά και η κρατική τρομοκρατία (Καστανιώτης, 2013 – εφεξής: ΕΠ). Η ίδια διερωτάται πώς κατασκευάζει ένα κράτος τους επικίνδυνους πολίτες του. Και με ποιους τρόπους και ποιες διαδικασίες αποφάσισε, το ελληνικό κράτος στην προκειμένη περίπτωση, ποιοι θα ήταν άξιοι να λέγονται πολίτες του και ποιοι ανάξιοι. Πώς «ανεπαίσθητα» όσο και βίαια, όπως λέει και ο Καβάφης, κλείστηκαν με αυτό τον τρόπο έξω από τα τείχη του ορισμένοι πολίτες ως «επικίνδυνοι» και «μιάσματα».

Πρωτοδιάβασα το βιβλίο της Πανουργιά στην αγγλική του έκδοση και το βρήκα εξαιρετικό. Το ξαναδιάβασα πρόσφατα στα ελληνικά και ανακάλυψα νέα πράγματα, ιδέες, νοήματα, συναισθήματα. Πρόκειται για έργο πυκνό, έργο που προκαλεί θετικά τον αναγνώστη με το πρωτότυπο, άριστο στήσιμό του, τον υποδειγματικό υπομνηματισμό του, την έξοχη μετάφραση του Νεκτάριου Καλαϊτζή και την επιμέλεια κειμένου της Ελένης Μαρτζούκου (με την κατάδηλη συμμετοχή της συγγραφέως), τη συνολική εξαιρετική επιμέλεια και φροντισμένη έκδοση από τον Θανάση Καστανιώτη και τους συνεργάτες του. Κυρίως όμως για το απότομο και απρόσμενο παιχνίδι, τα περάσματα από πολύ οικείες, χαλαρές περιγραφές ιδιωτικών/οικογενειακών στιγμών σε άκρως θεωρητικά ζητήματα και συζητήσεις. Και το κάνει αυτό η Νένη Πανουργιά με κομψότητα, με μαεστρία, με απόλυτη γνώση των κειμένων και της θεωρίας, με εξαιρετική αίσθηση της γλώσσας, αλλά και με πλήρη συναίσθηση της βαρύτητας της συζήτησης στην οποία εμπλέκεται.

Βλέποντας «ανάποδα» και σε διαφωνία με την κοινωνία

Αρχίζω από το εξώφυλλο: καλαίσθητο, λιτό και ταυτόχρονα δραματικό, δυνατό και απελευθερωτικό, προκλητικό και ελκυστικό μαζί. Στο πάνω μέρος, πίνακας του Georg Baselitz, Ανατολικογερμανού νεο-εξπρεσιονιστή, μεταμοντέρνου ζωγράφου, δηλωμένου αντικομφορμιστή και υποστηρικτή της ακατέργαστης τέχνης (art brut) και της «ψυχωσικής τέχνης», που δημιουργείται από ψυχικά ασθενείς ή/και άτομα που βρίσκονται «σε διαφωνία με την κοινωνία», όπως χαρακτηριστικά έχει δηλώσει ο ίδιος. Ο πίνακας περιέχει ξεκομμένες, διαθλασμένες ανθρώπινες μορφές, πρόσωπα που εμφανίζονται ανάποδα, με το επάνω μέρος προς τα κάτω. Μία μόνο μορφή παρουσιάζεται σε ύπτια θέση. Να είναι άραγε βασιλικό το σώμα αφού φέρει στέμμα; Να είναι του Εσταυρωμένου σε αποκαθήλωση; Πρόκειται οπωσδήποτε, όπως προδίδει η στάση του (το άτονο κρέμασμα των χεριών και της κεφαλής), για ανδρικό νεκρό σώμα που το κατεβάζουν απαλά και απεγνωσμένα, χέρια ασώματα, αποκομμένα, στον αέρα θαρρείς. Σώμα γυμνό, σε πλήρη εκκρεμότητα. Το υπόλοιπο εξώφυλλο κατάλευκο με τα κόκκινα και μαύρα γράμματα του τίτλου και των ονομάτων της συγγραφέως και του εκδότη υπογραμμίζουν ακόμη περισσότερο το κοινωνικό δράμα που αρχίζει να εκδιπλώνεται. Δεν είναι τυχαία, νομίζω, η επιλογή αυτού του έργου, που ο Georg Baselitz ονομάζει «virdaheim», «εμείς στο σπίτι μας». Ποιοι εμείς; Ποιο σπίτι μας; Το τοπίο γυμνό, οι μορφές αναποδογυρισμένες, σαν τα ανάποδα χρόνια που θα ακολουθήσουν (για να χρησιμοποιήσω τον τίτλο του βιβλίου της συναδέλφου Ρίκης Βαν Μπουσχότεν), οι γραμμές που σχηματίζουν τις μορφές ακανόνιστες, συχνά πριονωτές, κανένα ίχνος συμμετρίας, τα χρώματα μουντά, ξεθωριασμένα. Επικρατεί το πρασινοκίτρινο, χολή θαρρείς, και το σκούρο μωβ, το μαβί: χρώματα πένθιμα που κάνουν και τα πρόσωπα να δείχνουν μπλαβισμένα. Κάδρο ανάκατο, καθηλωτικό, μορφές σε αποσύνθεση. Καμιά οικειότητα, ούτε καν υπόσχεσή της. Εξώφυλλο που προμηνύει δυσάρεστα αλλά και εύγλωττα αυτό που θα ακολουθήσει. Αποτελεί ευθεία αναφορά στις στοιχειωμένες ζωές των ανθρώπων που έζησαν με φόβο, που διώχτηκαν, βασανίστηκαν και χάθηκαν επί δεκαετίες ολόκληρες σε κρατητήρια, σε φυλακές, σε τόπους εξορίας ως ανεπιθύμητοι, ως ύποπτοι και ως επικίνδυνοι πολίτες. Εξόριστοι που αναγκάστηκαν να ισοπεδώσουν βουνά για να χτίσουν τη φυλακή τους στη Γυάρο, ή να ανεβοκατεβαίνουν σισύφεια κουβαλώντας άσκοπα ογκώδεις πέτρες τη μια πάνω στο βουνό, την άλλη κάτω, και πάλι το ίδιο, μετρώντας με το μαρτύριο της πέτρας τα 281 μέτρα που είναι το ύψος του βουνού της Μακρονήσου.

Η Πανουργιά αντλεί τον τίτλο του βιβλίου της από το μεταξικό καθεστώς που ταξινόμησε τους πολίτες σύμφωνα με τα «κοινωνικά τους φρονήματα» (που εκείνο όρισε ως τέτοια) και επινόησε έτσι ως «εχθρό του κράτους» οποιονδήποτε ή οποιαδήποτε πολίτη αντιτασσόταν στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Έναν εχθρό «αντεθνικό», αλλά εντός των ορίων του έθνους (στην εξορία στα νησιά, αλλά σε εθνικό παρ’ όλα αυτά χώρο) που, κατά την έννοια του Νίκου Πουλαντζά,1εσωτερικοποίησε τα σύνορα και επέτρεψε έτσι την κατασκευή του «εσωτερικού εχθρού» (ΕΠ, σ. 167). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στιγματίστηκαν και αποκλείστηκαν από τον κορμό του κράτους και της κοινωνίας πολίτες που το ίδιο το κράτος αυθαίρετα ονόμασε «επικίνδυνους» και εχθρούς του, ως άτομα που υπονόμευαν τη σταθερότητά του και επιδίωκαν την καταστροφή του, όχι μόνο με τις πράξεις τους, αλλά και με τις ιδέες τους, ακόμη και με τις επιθυμίες τους. Το στίγμα του ύποπτου, του επικίνδυνου, θεωρήθηκε εγγενές χαρακτηριστικό, μια ουσία που κολλάει πάνω σου και δεν ξεκολλάει ποτέ και με τίποτε, κάτι σαν «ένα πολιτικό DNA», όπως το αποκαλεί η συγγραφέας και οι πληροφορητές της, που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά. Δεν αφορούσε το ίδιο το άτομο, τον φορέα του στίγματος μόνο, αλλά εκτεινόταν στο παρελθόν και το μέλλον του. Σαν ένα χρωμόσωμα που εισχωρεί στο γονιδίωμα και δεν μεταλλάσσεται, και που καταλήγει να γίνεται η ανεξίτηλη σφραγίδα του ανεπιθύμητου, του κατά τη Mary Douglas «εκτός τόπου».

Από την ανθρωπολογία γνωρίζουμε ότι όποιος ονοματίζει, ελέγχει, εξουσιάζει. Και όπως ο Giorgio Agamben υποστηρίζει ότι είναι απαραίτητο και χρήσιμο να πάρουμε το στρατόπεδο συγκέντρωσης ως παράδειγμα για να καταλάβουμε την εξουσία σήμερα, έτσι και η Πανουργιά μας προσκαλεί να λάβουμε σοβαρά υπόψη την επινόηση της κατηγορίας αυτής του «επικίνδυνου πολίτη», τους τόπους εξορίας και τον Εμφύλιο, για να είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε τις σύγχρονες ελληνικές υποκειμενικότητες, τη νεο-ελληνική κοινωνία και το ίδιο το ελληνικό κράτος στις μέρες μας.

Με αφορμή την ιστορία της Αριστεράς

Η Πανουργιά παρακολουθεί και εξετάζει διεισδυτικά την υπόθεση αυτή μέσα από την ιστορία της Αριστεράς στην Ελλάδα. Αναζητά τις ρίζες για την κατασκευή του «διαφωνούντος» και άρα «ύποπτου και επικίνδυνου πολίτη»: του ζωοκλέφτη στην Κρήτη αρχικά, καθώς και του επαναστατημένου γεωργού-ακτήμονα στο Κιλελέρ του θεσσαλικού κάμπου ενδεχομένως, του αριστερού, μαρξιστή, κομμουνιστή στη συνέχεια, και θα πρόσθετα του μη χριστιανού, του κάθε μη Έλληνα εθνοτικού, του μετανάστη, του ισλαμιστή, του αναρχικού, του αντι-εξουσιαστή, του αγανακτισμένου πολίτη, του «μπαχαλάκη» στις μέρες μας.

Η Πανουργιά διανύει έτσι μια περίοδο από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα για να φτάσει ώς τον Εμφύλιο, τη χούντα, το «Πολυτεχνείο» και ώς τις μέρες μας, στον Δεκέμβρη του 2008, στους αγανακτισμένους στις πλατείες τον Μάιο του 2011, στα Κέντρα Κράτησης Μεταναστών του χθες και του σήμερα. Αρχίζει αναφερόμενη στον Νόμο του 1871 για τη ληστεία και τον εκτοπισμό των ατόμων που (με τον έναν ή τον άλλο τρόπο) εμπλέκονταν σε αυτήν. Αναφέρεται στην «κατάσταση πολιορκίας» (νόμο του 1912) που θεσπίστηκε για την αντιμετώπιση εξαιρετικών καταστάσεων που θα προέκυπταν κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου (1912-13), νόμου που συγκέντρωνε όλη την κρατική εξουσία στα χέρια του στρατού δίνοντας παράλληλα τη δυνατότητα στο κράτος να παραπέμπει σε στρατοδικεία όχι μόνο στρατιώτες αλλά και πολίτες για ποινικά και αδικήματα ανυπακοής στις στρατιωτικές αρχές. Αναφέρεται στο «Ιδιώνυμο» του 1929 που εισηγήθηκε ο Ε. Βενιζέλος, νόμο που θεσμοθέτησε την [κατα]δίωξη ιδεών και πολιτικών πεποιθήσεων. Ανασύρει τις αποφάσεις για κήρυξη «κατάστασης εκτάκτου ανάγκης» και επιβολής στρατιωτικού νόμου καθώς και τον νόμο «περί κατασκοπείας» του 1936 του Ι. Μεταξά (που αντικαθιστούσε το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου) και άνοιγε τον δρόμο για τη δίωξη των αριστερών: «περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών» (α.ν. 117/36). Μας θυμίζει ότι όλα αυτά τα μέτρα παρέμειναν ανέπαφα κατά τη διάρκεια της 7ετίας 1967-74.

Ουσιαστικά, κατά την περίοδο 1924-74 (επί πέντε συνεχείς δεκαετίες), όλες ανεξαιρέτως οι ελληνικές κυβερνήσεις, δικτατορίες ή και δημοκρατικά εκλεγμένες, είχαν στη διάθεσή τους αυτό το νομικο-στρατιωτικό πλαίσιο και το χρησιμοποιούσαν μεγεθύνοντας κατά την κρίση τους και κατά συγκυρία την τεράστια εξουσιαστική δύναμη που αυτό τους παρείχε, επ’ αόριστον μάλιστα. Όλα αυτά βέβαια αποτελούν νομοθετικά μέτρα που έλαβε το κράτος για να «εξαλείψει κάθε κριτικό πολιτικό λόγο», όπως τονίζει και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στην Ελληνική τραγωδία (ΕΠ, σ. 41). Αποτελούν μια ιδιαίτερη στρατηγική και «πολιτική τέχνη», όπως θα έλεγε και η Ann Laura Stoler μιλώντας για τις χρήσεις και καταχρήσεις του παρελθόντος στην Ινδονησία αυτή τη φορά, για να ελέγξει το κράτος τους πολίτες του. Το κράτος, δηλαδή, δημιουργεί αυθαίρετες ταξινομήσεις, κατατάσσει τα άτομα σύμφωνα με αυτές, και θεσπίζει διορθωτικές διατάξεις προς συμμόρφωση στα κυρίαρχα και καθορισμένα από το ίδιο ως «σωστά» πρότυπα. Στους τόπους εξορίας το κράτος ήταν συγχρόνως ο νόμος και η καταστρατήγησή του, όπως εύστοχα επισήμανε η Begona Aretxsaga, μελετώντας η ίδια παραστρατιωτικά εκτελεστικά αποσπάσματα στην Ισπανία και αναλύοντας αφηγήσεις για την κρατική βία και την τρομοκρατία (ΕΠ, σ. 168). Ο απώτερος στόχος βέβαια δεν είναι απλώς ο έλεγχος αλλά η αναμόρφωση και η διάπλαση, ο «εκπολιτισμός», όρο που συναντάμε συχνά-πυκνά στο ελληνικό εθνοκεντρικό και εθνικιστικό αφήγημα.

Η Πανουργιά αντλεί το υλικό του έργου της, εθνογραφικό, αρχειακό, λογοτεχνικό, φωτογραφικό, από συνεντεύξεις που πήρε από τους πληροφορητές της, από γνωστούς, φίλους, οικείους, αλλά και άλλους ανθρώπους που είχαν χαρακτηριστεί ως «επικίνδυνοι», καθώς και μέσα από ανθρωπολογική και ιστορική έρευνα 15 και πλέον μηνών κατά τη διετία 2003-04 που συνεχίστηκε με επισκέψεις στην Αθήνα και σε ορισμένους τόπους εξορίας κατά την περίοδο 2005-07. Το αποτέλεσμα υπήρξε εξαιρετικό. Οικογενειακά μυστικά ήρθαν στο φως, γνωστές στην ίδια από χρόνια ιστορίες αποδείχθηκε ότι παραμένουν «άγνωστες» ή παραποιημένες, παιδικές αναμνήσεις απέκτησαν άλλα, καινούρια νοήματα, ιστορικά ντοκουμέντα αποδείχτηκαν παραποιημένα, άλλα επενδύθηκαν με νέες ερμηνείες, πρόσωπα από το παρελθόν ξαναζωντάνεψαν, μορφές ξεκομμένες αρχικά –σαν τα πρόσωπα στον πίνακα του Baselitz στο εξώφυλλο– άρχισαν να βρίσκουν τη θέση τους στο δύσκολο παζλ του κειμένου. Μικρές καθημερινές κουβέντες, χειρονομίες, υπονοούμενα, αναμνήσεις και πρακτικές, λησμονημένες εικόνες και περιστατικά, στον δρόμο, στη γειτονιά, σε βιβλιοπωλεία, στο σχολείο, σε εκδρομές αναψυχής, όλα αυτά ζωντάνεψαν και «έσπευσαν» να προσθέσουν στο κείμενο της Πανουργιά. Το πλήθος των πηγών και των ντοκουμέντων που χρησιμοποιεί καθιστούν τη μελέτη της Πανουργιά υποδειγματική.

Η συγγραφέας δεν άφησε τίποτε άψαχτο: εφημερίδες εποχής, τοπικές και πιο ευρείας κυκλοφορίας, ελληνικές και ξενόγλωσσες (όπως το άρθρο του Σάυρους Σουλτσμπέργκερ δημοσιευμένο στους NewYorkTimes την 21η Αυγούστου του 1949, λίγες μέρες πριν την κατάρρευση του Δ.Σ. Ελλάδας στο Βίτσι), αντίγραφα «Δηλώσεων Μετανοίας» κομμουνιστών εξορισμένων σε νησιά, ανώνυμη επιστολή διαμαρτυρίας πιθανώς γραμμένη από εξόριστο στη Μακρόνησο και πολλά άλλα, σπάνια έγγραφα όπως τον λόγο του πατέρα του Διομήδη Κομνηνού (του παιδιού που δολοφονήθηκε στο Πολυτεχνείο), λόγο που ο ίδιος διάβασε στο ετήσιο μνημόσυνο του γιου του, ή όπως τα σχέδια εξόριστων στα Γιούρα με το βασανιστήριο της «Συκιάς του Γλάστρα» για να αναφέρω μόνο λίγα, ελάχιστα παραδείγματα. Ο τρόπος που η συγγραφέας τιθάσευσε ένα τόσο πλούσιο αλλά ετερογενές και περίπλοκο υλικό είναι εκπληκτικός και αξιοζήλευτος.

Ιδιαίτερα τα πάρεργα! Ουσιαστικά η Πανουργιά δεν έγραψε ένα βιβλίο αλλά δύο. Το κυρίως κείμενο και τα πάρεργα: ο πρωτότυπος και αυθεντικός αυτός τρόπος ενδελεχούς ανάλυσης του υλικού κάνει το κείμενο να μοιάζει χειροποίητο. Σαν τα κείμενα που έγραφαν οι μοναχοί τον Μεσαίωνα και τα ζωγράφιζαν στα περιθώριά τους. Γι αυτό και το βιβλίο της Πανουργιά θεωρώ πως μοιάζει το ίδιο με έργο τέχνης, κεντημένο όχι με εικόνες χερουβείμ και τεράτων της κόλασης αλλά με λόγια «επικίνδυνων», εξόριστων, βασανισθέντων, λόγια φίλων της και αγνώστων, λόγια διανοούμενων και θεωρητικών, λόγια πολιτικών, ακόμη και λόγια βασανιστών βαλμένα σε ειδικά ένθετα πλάι στο κυρίως κείμενο. Μου αρέσουν και τα δύο κείμενα, αλλά προσωπικά προτιμώ τα πάρεργα.

Αναστοχασμοί και αναθεωρήσεις

Αυτό το συνεχές από την ανθρωπολογική και κοινωνική θεωρία στα ιστορικά και πολιτικά πεπραγμένα της Ελλάδας, κι από εκεί σε μαρτυρίες ανθρώπων (επώνυμων και ανώνυμων), από εκεί σε βιβλιογραφικές πηγές και ντοκουμέντα, κι από εκεί ξανά στα δικά της προσωπικά βιώματα από τη νεαρή της ηλικία μέχρι πρόσφατα, όλα αυτά προσδίδουν στο κείμενο μια δυναμική, αναστοχαστική, αλλά και ψυχαναλυτική διάσταση. Οι συγκρίσεις του τότε και του τώρα αποκτούν νοήματα και συνάφεια μέσα από το αναλυτικό μάτι της Πανουργιά. Για παράδειγμα, η Πανουργιά δείχνει πως η επέκταση της κρατικής εξουσίας και της δικαιοδοσίας του νόμου που εισήχθη στις Η.Π.Α. μετά την 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν μια καινοτομία της κυβέρνησης Μπους αλλά είχε την πρώτη εφαρμογή της στην Ελλάδα μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν υπό το Σχέδιο Μάρσαλ. Η συσχέτιση του νόμου αυτού με τον Εμφύλιο και την Ελλάδα, που τότε, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο όταν οι Η.Π.Α. ξεκινούσαν την επέκταση της ισχύος τους εκτός της χώρας τους, χρησιμοποιήθηκε ως εργαστήριο δοκιμής νεο-αποικιακών πρακτικών, είναι ένα από τα πολλά παραδείγματα.

Παρακολουθώντας τις συνέχειες και τις ασυνέχειες των συσχετισμών από την Πανουργιά από τη μια πλευρά ιστορικών γεγονότων και από την άλλη προσωπικών βιωμάτων, σε μια περίοδο ζωής της ελληνικής Αριστεράς αλλά και της δικής της προσωπικής ζωής, ο αναγνώστης –αποκτά και κερδίζει θα έλεγα– μία εκ των έσω ερμηνεία για τα θεωρούμενα «σημαντικά»: το Δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ, την Αλ Ντάμπα, την 11η Σεπτεμβρίου, τον ελληνικό Εμφύλιο και τους τόπους εξορίας, τη Χούντα και το Πολυτεχνείο, τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά κυρίως για τα «ασήμαντα», τα καθημερινά, τα τετριμμένα: τη Λίνα από τον βορρά, δασκάλα Γαλλικών της συγγραφέως, που προσφέρει στην Πανουργιά την ευκαιρία να αναπτύξει μια θεωρητική συζήτηση για την ευθανασία· τον θείο της, που θεωρούσε αντιστασιακό και αποδείχθηκε (τελείως τυχαία) ότι ήταν χουντικός· τη φίλη της τη Ζίνα που ο πατέρας της είχε διατελέσει πρόεδρος εκτάκτου στρατοδικείου και τόσα άλλα. Οι ζωντανές εικόνες που φτιάχνει στο βιβλίο της η Πανουργιά (γιατί κυρίως εικονογραφεί, δεν γράφει απλώς) αναθεωρούν τα όρια ανάμεσα στο επίσημο και το ανεπίσημο, το ιδιωτικό και το δημόσιο, την επιστήμη και τη μαγεία, τον θαυμασμό και την ειρωνεία και βρίσκουν εδώ χώρο να προβληματοποιηθούν και να αναλυθούν περαιτέρω μέσα από βιωματικές καταστάσεις και περιστατικά.

Έχει υποστηριχθεί συχνά ότι η αναζήτηση και το ψάξιμο στο παρελθόν αφορούν κατά κύριο λόγο το παρόν και το μέλλον. Η Πανουργιά μας είχε ξαφνιάσει ευχάριστα με το προηγούμενο βιβλίο της FragmentsofDeath, FablesofIdentity (1995), που όπως και ετούτο είναι, επίσης, και αυτο-αναφορικό. Η ίδια επιχειρεί μιαν αυτο-ανθρωπολογία και μια μετα-ανθρωπολογία, θα έλεγα, συγχρόνως. Και αν στο πρώτο βιβλίο της ανακάλυψε και περιέγραψε πυκνά και με εξαιρετική ακρίβεια τα όρια ανάμεσα στην εμπειρία και τη θεωρητική ανάλυση, στο παρόν έργο οι ερωτήσεις που τέθηκαν δεν απαντήθηκαν πάντοτε. Ορισμένες έμειναν σε εκκρεμότητα, η ανθρωπολόγος συχνά αντί για απαντήσεις έλαβε σιωπές, παραπλανήσεις, υπεκφυγές, άκουσε άλλες από τις ιστορίες που γνώριζε και θεωρούσε δεδομένες. Και χρειάστηκε συχνά να καταφύγει σε αφαιρετικά συμβολικά σχήματα και μύθους για να τις ερμηνεύσει και να τις εμπλουτίσει, κατά τον ίδιο τρόπο που η ανθρωπολογία έχει χρησιμοποιήσει συχνά τον μαγικό κόσμο της μυθολογίας για να ορίσει εκ νέου το ανθρώπινο υποκείμενο.

Έτσι, η μορφή και ο μύθος του Οιδίποδα εμφανίζονται συχνά και απρόσμενα, αρχικά στην έρευνα, αλλά και στο βιβλίο της Πανουργιά στη συνέχεια. Η ίδια αναφέρει ότι ο Οιδίποδας αποτελεί την «κομβική στιγμή όχι μόνο του νεωτερικού υποκειμένου όπως το ερμηνεύουμε μέσω του Χέγκελ και του Νίτσε, αλλά και της ανθρωπολογίας ως διεπιστημονικού εγχειρήματος» (ΕΠ, σ. 225). Ο μύθος αυτός αποτελεί για την Πανουργιά τη βάση για να στηρίξει μεταφορικά ένα κεντρικό ζήτημα της ανθρωπολογίας: την απο-εξωτικοποίηση του «Άλλου», του ξένου, του αλλότριου και την προβληματοποίηση του οικείου. Ξένος και δικός στην ίδια του την πατρίδα ο μυθικός Οιδίποδας διερωτάται πώς γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και πώς διαμορφώνονται οι θεμελιώδεις κατηγορίες της ύπαρξης, για τους εαυτούς μας και για τους Άλλους. Και θέτει τα ερωτήματα αυτός που κατέρριψε κάθε βεβαιότητα, αυτός που υπερέβη, αναίρεσε και διέσχισε στην κυριολεξία όλες τις γνωστές ώς τότε παραδεδεγμένες κατηγοριοποιήσεις και ταξινομήσεις: της οικογένειας και της συγγένειας (όντας ταυτόχρονα τέκνο, γονιός και αδελφός), της εθνότητας (όντας αυτόχθονας και ξένος), της ιεραρχίας (βασιλιάς και υπεξούσιος) και του «ανήκειν» (εξόριστος και κατατρεγμένος) (ΕΠ, σ. 225). Έτσι το «πριν γίνεις άνθρωπος θα σε κάνω Οιδίποδα» του βασανιστή προς τον εξόριστο όπως το περιγράφει ο φοιτητής, Μακρονησιώτης τότε Τάκης Ν. και περιγράφει ο Γιώργος Γιαννόπουλος στο έργο του για τη Μακρόνησο2 επέτρεπε μιαν υπέρβαση, μιαν άλλη ανάγνωση και αυτογνωσία (ΕΠ, σ. 167). Κατά την ίδια αυτή έννοια, και όταν ο Οιδίποδας αναφέρεται από τον ανθρωπιστή Αμερικανό δημοσιογράφο Osbert Lancaster όταν, το 1945, στον δρόμο για το Δίστομο (όπου έγινε η μεγάλη σφαγή από τους Γερμανούς το 1943) παραλληλίζει την τυχαία συνάντηση των Γερμανών με τους αντάρτες με την τυχαία συνάντηση του Οιδίποδα με τον Λάιο στον ίδιο τόπο αλλά σε άλλο χρόνο, οι συνειρμοί οδηγούν όχι μόνο στο πώς η βία και η κατασκευή του κοινωνικού διαμορφώνουν την εμπειρία του τοπίου και της μνήμης, αλλά και τη συνεχή, την αδιάλειπτη προβληματοποίηση της έννοιας του ανθρώπου (ΕΠ, σ. 87-89). Εδώ ο μυθικός ήρωας δεν εμφανίζεται όπως στο οιδιπόδειο του Freud, ως το νήπιο που ποθεί τη μητέρα και ανταγωνίζεται ζηλοτυπικά τον πατέρα, αλλά ως άνθρωπος που λυγίζει κάτω από το βάρος της ευθύνης και ο οποίος αυτο-τυφλώνεται καθώς «αναμετριέται με την υποχρέωση της λογοδοσίας του» (ΕΠ, σ. 232). Με αυτή τη μεταφορά και με αυτή την ευθύνη του Οιδίποδα ταυτίζεται, χωρίς να το δηλώνει ξεκάθαρα, η ίδια η Πανουργιά (ας μου επιτραπεί εδώ αυτός ο συνειρμός).

Αυτόχθων και ξένη και η ίδια στην Αθήνα, μια Αθήνα που μετά την έρευνα για το βιβλίο της αυτό δεν είναι ίδια, δεν μπορεί να είναι πια ίδια, η Πανουργιά προσεγγίζει το ακανθώδες ζήτημα της εγγύτητας της ανθρωπολόγου με το έθνος της και διερωτάται «πώς είναι δυνατόν τόσο προσωπικές πληροφορίες να μετατραπούν σε ανθρωπολογική γνώση» (ΕΠ, σ. 241). Και πώς κατά συνέπεια μπορεί να απο-φυσικοποιηθεί αυτή η οικεία γνώση. Με αυτή την έννοια, ο Οιδίποδας ως κείμενο συνιστά για τη συγγραφέα ένα είδος αναστοχασμού πάνω στη σχέση ανάμεσα στη νόηση και το σώμα, μια σχέση που προβληματοποιεί την «κατηγορική σκέψη αναφορικά με τον Εαυτό και τον Άλλο, τον εχθρό και τον φίλο, τη συγγένεια και την εξουσία, το υπερβατικό … (το θείο) και το ανθρώπινο» (ΕΠ, σ. 233). Καθιστά επίσης επιτακτικό το ερώτημα περί του πολιτικού: «Ποιος συγκροτείται ως Εαυτός και ποιος ως Άλλος» (για να χρησιμοποιήσω τα λόγια της συγγραφέως, σ. 233). Ερώτημα που ιδιαίτερα σήμερα, εποχή που αμφισβητήθηκαν οι όποιες σταθερές της υποκειμενικότητάς μας, καθίσταται επίκαιρο στην Ελλάδα όχι μόνο της οικονομικής αλλά κυρίως της πολιτισμικής κρίσης.

Τώρα, κατά τη γνώμη μου, αποκαλύπτεται πλήρως και ο νεκρός γυμνός άνδρας του εξωφύλλου στον πίνακα του Baselitz. Πρόκειται χωρίς καμιά αμφιβολία για τον Οιδίποδα παραμορφωμένο και γυμνό: έτσι όπως τον είδαν οι εξόριστοι στη Μακρόνησο, στη Γυάρο, στον Άη Στράτη και αλλού, με τα πρησμένα από τη φάλαγγα πόδια τους (όπως του Οιδίποδα), με παραμορφωμένα τα πρόσωπά τους χωρίς μάτια (όπως του Οιδίποδα), πληγωμένα και πρησμένα κι αυτά από τα χτυπήματα και τα βασανιστήρια που ακολουθούσαν κάθε άρνησή τους να υπογράψουν τη «Δήλωση Μετανοίας», ή να μαρτυρήσουν τους συντρόφους τους και να γίνουν «άνθρωποι». Το «ή θα γίνετε άνθρωποι ή θα πεθάνετε» των βασανιστών και η απάντηση «είμαστε ήδη άνθρωποι» θέτει επιτακτικότερα το ερώτημα «ποιος είναι τελικά άνθρωπος». Εδώ ο Οιδίποδας γίνεται για την ανθρωπολόγο ένα κείμενο για τον άνθρωπο και «πώς αυτός ο άνθρωπος καθιστά τον εαυτό του καταληπτό στον κόσμο» (ΕΠ, σ. 235). Αυτό είναι και το πολιτικό χρέος της ανθρωπολογίας.

Κλείνοντας:

Το έργο της Νένης Πανουργιά αποτελεί ταυτόχρονα: κείμενο ανθρωπολογικής θεωρίας, κείμενο εθνογραφικής προσέγγισης, πυκνής περιγραφής κατά την γκιρτζιανή εκδοχή, είναι επίσης κείμενο κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας, πολιτικής ανάλυσης, αλλά και κείμενο λογοτεχνικής κριτικής. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «η ποιητική της ελληνικής Αριστεράς και της εξορίας». Ωστόσο, η Πανουργιά δεν μας αφήνει ούτε στιγμή να επαναπαυθούμε στο επίπεδο της ποιητικής παρά τη δημιουργικότητα και το βάθος που ο όρος διαθέτει. Παρεισφρέουν αμέσως οι σκοτεινές, αν και συχνά λυρικές περιγραφές των «Παρέργων», καθώς και οι διεισδυτικές θεωρητικές αναλύσεις τους και μας καθηλώνουν: για να μας οδηγήσουν στη συνέχεια (εμάς τους αναγνώστες) σε δισταγμούς, αμφιβολίες, ακόμη και αμφιθυμία για το τι υπήρξε και είναι η Αριστερά σήμερα, για το τι είναι/ήταν ή τι απέγιναν ορισμένοι τουλάχιστον από τους θεωρούμενους «επικίνδυνους πολίτες», τότε. Η ίδια η συγγραφέας περιγράφει ευθύς εξαρχής τα «Πάρεργα», όχι ως ερμηνευτικές σημειώσεις, ούτε ως επεξηγητικά σχόλια του κυρίως κειμένου, ούτε μόνον ως «στήριγμα» στην κατά Derrida εκδοχή του όρου, αλλά ως ένα «μετα-κείμενο», μια μετα-γλώσσα, που στόχο έχει «να κλονίσει» και να υπονομεύσει κάθε βεβαιότητα που μπορεί να εμφανίζεται στο κείμενο και «οποιεσδήποτε πεποιθήσεις μπορεί να έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα στην αφήγηση για την Αριστερά» (ΕΠ, σ. 27), αφήνοντάς μας έτσι σε διαρκή εκκρεμότητα με τα δικά μας φαντάσματα: ιστορικά, πολιτικά, οικογενειακά, αλλά και προσωπικά.

Πηγή: http://www.chronosmag.eu/index.php/g-gpl-xps-fs.html

Comments are closed